Κριτική του Μιλτιάδη Παπανικολάου

Στη δεκάχρονη περίπου θητεία του Δημήτρη Ξόνογλου στο χώρο της νεοπαραστατικής ζωγραφικής διέκρινε κανείς απ’ τη μια μεριά την τάση του για μια ζωγραφική με κατακερματισμένες, φασματικές, σχεδόν παραμορφωτικές μορφές και απ’ την άλλη την επιθυμία του για τη δημιουργία μιας φανταστικής, ονειρικής, ή και εφιαλτικής ατμόσφαιρας. Ο ίδιος είχε μιλήσει για «ερεθίσματα της σύγχρονης πραγματικότητας», για αρχέτυπα, για πλάσματα της φαντασίας του και για την έντονη ανάγκη του να ερμηνεύσει υποκειμενικά τον κόσμο, που τον περιβάλλει. Εκφραζόταν μέχρι τώρα κυρίως με παραδοσιακά καλλιτεχνικά μέσα, όπου η γραμμή και το χρώμα χρησιμοποιούνταν στην πιο δυνατή τους ένταξη και σε συνδυασμούς εξαιρετικά ευρηματικούς και πρωτότυπους. Επιδίωξή του ήταν η «αναπαράσταση» της ανθρώπινης δραστηριότητας έξω από ιστορικά, θρησκευτικά και κοινωνικά πλαίσια, που διατυπώνεται όμως μέσα από έναν εσωτερικό μονόλογο.

Από το 1985 ο Ξόνογλου καταπιάνεται με θέματα που προδίδουν μια νέα προβληματική γύρω από το ρόλο του αντικειμένου, τη σημασία των υλικών και την σπουδαιότητα της κατασκευής. Κύριο γνώρισμά του είναι τώρα η χρησιμοποίηση ενός φυσικού στοιχείου, της φωτιάς, που κατακαίει άπειρες σελίδες βιβλίων και άλλων εντύπων. Αλλόκοτα σχήματα κάνουν ξαφνικά την εμφάνισή τους, περίεργες μορφές και μοτίβα, σε γεωμετρικής κατά κανόνα διάταξη ξεπροβάλλουν μέσα από ώχρες, καφετί, μαύρους και κίτρινους χρωματικούς τόνους. Ο ζωγράφος είτε εργάζεται στο τελάρο είτε στον ελεύθερο χώρο δίνει την εντύπωση ότι «κατασκευάζει» αισθητικές μορφές, ακολουθώντας μια διαδικασία, κατά την οποία το αντικείμενο μεταβάλλεται από την επέμβαση του ίδιου του καλλιτέχνη και, όχι σπάνια, και από τον θεατή. Ο τελευταίος ενδεχομένως δέχεται, κάπως αμήχανα στην αρχή, τις οπτικές εντυπώσεις και τις απροσδόκητες απτικές σχέσεις. Τα έργα αυτού του κύκλου μοιάζουν να είναι καλλιτεχνικές πράξεις ιδεών αι εννοιών και παράλληλα παράγωγα ενός αντιφορμαλιστικού ύφους. Μπορεί να πει κανείς ότι ο Ξόνογλου βρίσκεται μέσα στην ευρεία περιοχή της τέχνης του αντικειμένου και γενικά σε κινήματα, που προσδίδουν μια νέα σημασία στα υλικά, στο χώρο και στα μέσα κατασκευής ενός έργου τέχνης.

Οι συνθέσεις αυτές φέρουν το γενικό τίτλο «Λόγος», με τον οποίο δηλώνεται η συσχέτισή τους με κοσμολογικές και θεολογικές δοξασίες. Τη σημασία ωστόσο των έργων αυτών αντιλαμβάνεται κανείς κυρίως μέσα από τον τρόπο χρήσης των υλικών και των μέσων που επεμβαίνουν πάνω σ’ αυτά: της φωτιάς του βιβλίου, που είναι ένα πολυσήμαντο μοτίβο με διαρκή ζωή, του κεριού με τη βιολογική προέλευση, της στάχτης, ενός συνόλου ανόργανων ουσιών και της σκόνης από αλεύρι, ενός βασικού παράγοντα ζωής και δυνάμει πλαστικού υλικού.

Για τον καλλιτέχνη η φωτιά είναι ένα φυσικό στοιχείο με μαγικές ιδιότητες, ίσως μια αναφορά σε προσωπικές εμπειρίες και βιώματα, και τα υλικά του τα σύμβολα ενός κόσμου, που καταστρέφεται και αναγεννάται, που αλλοιώνεται και αναδημιουργείται. Είναι μ’ άλλα λόγια μια περιγραφή, εικονοπλαστική και παραστατική του κύκλου της ζωής και του θανάτου.

Μιλτιάδης Παπανικολάου

Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης

στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης